περιγίγνομαι

περι|γίγνομαι ['пребыть'] 1. превосходить; 2. пережить, остаться в живых; не быть истраченным до конца

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "περιγίγνομαι" в других словарях:

  • περιγίγνομαι — to be superior to pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγίγνομαι — και περιγίνομαι Α 1. είμαι ανώτερος από κάποιον, υπερτερώ, υπερέχω 2. είμαι πιο δυνατός από κάποιον, υπερισχύω, νικώ 3. εξακολουθώ να υπάρχω μετά από ένα γεγονός ή μετά τον θάνατο κάποιου, διασώζομαι, επιζώ 4. (για πράγμ.) περισσεύω, πλεονάζω,… …   Dictionary of Greek

  • περιγεγενημένα — περιγίγνομαι to be superior to perf part mp neut nom/voc/acc pl περιγεγενημένᾱ , περιγίγνομαι to be superior to perf part mp fem nom/voc/acc dual περιγεγενημένᾱ , περιγίγνομαι to be superior to perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγεγένησθε — περιγίγνομαι to be superior to perf imperat mp 2nd pl περιγίγνομαι to be superior to perf ind mp 2nd pl περιγίγνομαι to be superior to plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγίνεσθε — περιγίγνομαι to be superior to pres imperat mp 2nd pl (ionic) περιγίγνομαι to be superior to pres ind mp 2nd pl (ionic) περιγίγνομαι to be superior to imperf ind mp 2nd pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγεγενημένον — περιγίγνομαι to be superior to perf part mp masc acc sg περιγίγνομαι to be superior to perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγεγενημένων — περιγίγνομαι to be superior to perf part mp fem gen pl περιγίγνομαι to be superior to perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγεγονότα — περιγίγνομαι to be superior to perf part act neut nom/voc/acc pl περιγίγνομαι to be superior to perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγενησομένων — περιγίγνομαι to be superior to fut part mid fem gen pl περιγίγνομαι to be superior to fut part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγενησόμενον — περιγίγνομαι to be superior to fut part mid masc acc sg περιγίγνομαι to be superior to fut part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιγενομένων — περιγίγνομαι to be superior to aor part mid fem gen pl περιγίγνομαι to be superior to aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.